Ο Ντερριντά για αρχάριους
10 Αυγούστου, 2018
Ο Μπένγιαμιν και η γλώσσα της μετάφρασης
10 Αυγούστου, 2018
Show all

Φιλοσοφικά κείμενα για όλους

– Άρτουρ Σοπενχάουερ, Για τη δυστυχία του κόσμου, μτφρ. Μυρτώ Καλοφωλιά, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 187.
– Φρίντριχ Νίτσε, Γιατί είμαι τόσο σοφός, μτφρ. Εύη Μαυρομμάτη, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2013, σελ. 312.

Οι εκδόσεις Πατάκη εγκαινίασαν μια νέα σειρά μικρόσχημων βιβλίων που διευθύνει ο Χάρης Βλαβιανός, τους «Πολύτιμους λίθους», με κείμενα δύο πολύ γνωστών όσο και σημαντικών φιλοσόφων του δέκατου ένατου αιώνα: του Άρτουρ Σοπενχάουερ και του Φρίντριχ Νίτσε. Οι δύο αυτοί μεγάλοι Γερμανοί, ιδιαίτερα αγαπητοί στο ευρύ κοινό, ανέπτυξαν τη φιλοσοφία τους, ως επί το πλείστον, σε ύφος άμεσο και γλαφυρό. Με άλλα λόγια, στην προκειμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με φιλοσοφικό λόγο που προσφέρεται απλόχερα σε κάθε πρόθυμο υποψήφιο αναγνώστη.

Ο Σοπενχάουερ (1788-1860) παρουσιάζεται εδώ μέσα από ορισμένα διεισδυτικά δοκίμιά του, περί ματαιότητας και δυστυχίας κατά κύριο λόγο. Για τον πεσιμιστή φιλόσοφο, η καταστατική θέση του ανθρώπου ταυτίζεται με τη δυστυχία: «κάθε προσωπική περίπτωση δυστυχίας μοιάζει με μεμονωμένο περιστατικό, όμως η δυστυχία γενικότερα είναι που αποτελεί τον κανόνα». Τούτο όμως δεν σημαίνει ότι πρέπει να τα βάψουμε όλα μαύρα, αλλά ότι χρειάζεται να έχουμε συνείδηση της ακριβούς κατάστασής μας: «ο άνθρωπος έχει ανάγκη σε κάποιον βαθμό τις σκοτούρες, τη δυστυχία ή την ανέχεια, όπως ένα πλοίο χρειάζεται ένα έρμα προκειμένου να μπορεί να ακολουθήσει ευθυγραμμισμένη πορεία». Ωστόσο, η βασική θέση του φιλοσόφου εκφράζεται μέσα από τον ακόλουθο συλλογισμό: «Το γεγονός ότι η πιο τέλεια εκδήλωση της βούλησης για ζωή, ο ανθρώπινος οργανισμός, με τον ασύγκριτα μεγαλοφυή και σύνθετο μηχανισμό του, πρέπει να ρημάξει στο χώμα, και όλη του η υπόσταση, όλος του ο μόχθος να παραδοθούν τελικά τόσο απροκάλυπτα στον αφανισμό –αυτό είναι το σαφές μήνυμα της φύσης πως ο αγώνας της βούλησης για ζωή ουσιαστικά είναι μάταιος».

Εκτός από τα κείμενα για τη δυστυχία του κόσμου και τη ματαιότητα της ύπαρξης, το βιβλίο περιλαμβάνει και άλλα δοκίμια: για την αποδοχή και άρνηση της βούλησης για ζωή, για το ακατάλυτο της ουσίας της ύπαρξής μας από τον θάνατο, περί αυτοκτονίας, περί γυναικών, περί πρωτογενούς στοχασμού και, τέλος, περί βιβλίων και συγγραφής. Εν προκειμένω, δεν μπορούμε παρά να θαυμάσουμε τη δύναμη της σκέψης του Σοπενχάουερ και την καθαρότητα της γραφής του, παρά τις μεγάλες ενστάσεις που θα είχαμε όσον αφορά κάποιες προκαταλήψεις ή εμμονές του, και πρωτίστως ως προς τον μισογυνισμό του. Οι αναλύσεις του, πάντως, σχετικά με τη γραφή και την ανάγνωση βιβλίων ηχούν και σήμερα απολύτως επίκαιρες: «Πάνω από τα εννέα δέκατα των εγγράμματων ανδρών και γυναικών διαβάζουν μόνο εφημερίδες [βλ. Διαδίκτυο]».

Στο έτερο βιβλίο, ο Νίτσε (1844-1900) συστήνεται μέσα από αντιπροσωπευτικά αποσπάσματα των έργων του Ίδε ο άνθρωπος, Το λυκόφως των ειδώλων και Η θέληση για δύναμη. Πρόκειται για πυρετώδη κείμενα, που γράφτηκαν στα τελευταία παραγωγικά χρόνια του συγγραφέα. Υπάρχουν γνωστά αυτοβιογραφικά χωρία, όπου ο φιλόσοφος μαρτυρά ποιος είναι ο ίδιος, δηλώνοντας πως είναι μαθητής του φιλόσοφου Διονύσου και πως δεν πρόκειται να στήσει νέα είδωλα, ρωτώντας πόση άραγε αλήθεια αντέχει και τολμά ένα πνεύμα: «Η φιλοσοφία, όπως την έχω κατανοήσει και βιώσει έως τώρα, σημαίνει να ζεις με τη θέλησή σου στους πάγους και στα ψηλά βουνά –να αναζητάς στην ύπαρξη καθετί ξένο και αμφίβολο, καθετί που μέχρι τώρα έχει αφοριστεί από την ηθική». Η παλαιά χριστιανική ηθική έχει πεθάνει και στη θέση της προβάλλει ένας νέος ‘αμοραλισμός’: «Εκείνο που με διαχωρίζει, εκείνο που με απομονώνει από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, είναι το ότι ξεσκέπασα τη χριστιανική ηθική».

Ο Νίτσε εξηγεί γιατί είναι τόσο σοφός και τόσο έξυπνος, γιατί γράφει τόσο καλά βιβλία και, κυρίως, γιατί είναι ένα πεπρωμένο: «Η συνταγή μου για το μεγαλείο στον άνθρωπο είναι η amor fati [αγάπη του πεπρωμένου]: το να μη θέλεις να είσαι κάτι άλλο από αυτό που είσαι, ούτε στο μέλλον ούτε στο παρελθόν ούτε στον αιώνα τον άπαντα». Όχι απλώς να υπομένεις το αναγκαίο, αλλά να το υποδέχεσαι, να το αγκαλιάζεις, να το αγαπάς. Επιπροσθέτως, μπορούμε να διαβάσουμε πολλούς αφορισμούς, είδος στο οποίο διέπρεψε ο φιλόσοφος.

Ενδιαφέρον έχει και η ‘συνομιλία’ του Νίτσε με τον Σοπενχάουερ, όπου και απορρίπτεται η ιδέα μιας ιδρυτικής ελεύθερης βούλησης: «το δόγμα της βούλησης επινοήθηκε ουσιαστικά με σκοπό την τιμωρία, δηλαδή την επιθυμία εύρεσης ενόχων». Η ψυχολογία της βούλησης εδράζεται στην έννοια της τιμωρίας και της ενοχής. Ο Σοπενχάουερ εμφανίζεται ως ένας άνθρωπος της ηθικής, ο οποίος, για να αποδείξει ότι έχει δίκιο ως προς τις ηθικές εκτιμήσεις του, γίνεται αρνητής του κόσμου, πεσιμιστής, μυστικιστής.

Χαρακτηριστικό γνώρισμα και των δύο βιβλίων είναι η λεπτή ειρωνία των συγγραφέων τους, η οποία αναμφίβολα θα γοητεύσει τον αναγνώστη που αντιπαθεί τη συμβατικότητα και τη σοβαροφάνεια. Διότι η (αυτο)ειρωνία και η (αυτο)υπονόμευση αποτελούν σημαντικές αρετές, όχι μόνο στο πεδίο της λογοτεχνίας, αλλά και σε εκείνο του φιλοσοφικού διαλογισμού. Από τη σκοπιά αυτή, οι δύο Γερμανοί στοχαστές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πρότυπα ρηξικέλευθης σκέψης και πρωτοποριακού ύφους.

Θα ήταν, τέλος, παράλειψη να μην υπογραμμιστεί η ποιότητα της μετάφρασης σε ό,τι αφορά αμφότερες τις εκδόσεις για τις οποίες μιλούμε. Οι δύο μεταφράστριες, Μυρτώ Καλοφωλιά (Σοπενχάουερ) και Εύη Μαυρομμάτη (Νίτσε), είναι άξιες επαίνων για τον μόχθο τους, που αποτυπώθηκε σε ένα άρτιο και καλαίσθητο γλωσσικό αποτέλεσμα.